- υπάκουσις
- -ακούσεως, ἡ, Α [ὑπακούω]1. (σχετικά με λέξη) σημασία («ὑπάκουσις καταχρηστική», Φιλοδ.)2. ανταπόκριση3. πιθ. υπακοή.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
ὑπακούσει — ὑπάκουσις sense fem nom/voc/acc dual (attic epic) ὑπακούσεϊ , ὑπάκουσις sense fem dat sg (epic) ὑπάκουσις sense fem dat sg (attic ionic) ὑπακούω hearken aor subj act 3rd sg (epic) ὑπακούω hearken fut ind act 3rd sg ὑπακούω hearken fut ind mid 2nd … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὑπακούσεις — ὑπάκουσις sense fem nom/voc pl (attic epic) ὑπάκουσις sense fem nom/acc pl (attic) ὑπακούω hearken aor subj act 2nd sg (epic) ὑπακούω hearken fut ind act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὑπακούσηι — ὑπάκουσις sense fem dat sg (epic) ὑπακούσῃ , ὑπακούω hearken aor subj mid 2nd sg ὑπακούσῃ , ὑπακούω hearken aor subj act 3rd sg ὑπακούσῃ , ὑπακούω hearken fut ind mid 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὑπάκουσιν — ὑπάκουσις sense fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὑπακούσῃ — ὑπακούσηι , ὑπάκουσις sense fem dat sg (epic) ὑπακούω hearken aor subj mid 2nd sg ὑπακούω hearken aor subj act 3rd sg ὑπακούω hearken fut ind mid 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)